βασιλικός

βᾰσῐλ-ικός, ή, όν,
A royal, kingly,

ποιέεις οὐδαμῶς -κά Hdt.2.173

;

β. γένος A.Pr.869

; β. [μοναρχία] Pl.Plt.291e; opp. τυραννικός, Arist.Pol.1285b3; βασιλικοὶ ἀπέβησαν proved themselves truly kingly, Plb.8.10.10;

βασιλικόν [ἐστι] πράττειν μὲν εὖ, κακῶς δ' ἀκούειν Arr.Epict.4.6.20

;

ἦθος β. X. Oec.21.10

;

τὸ β. Id.Cyr.1.3.18

: βασιλική (sc. τέχνη), , art of ruling, Andronic.Rhod.p.574M.: [comp] Comp.

-ώτερος Herm.

ap. Stob.1.49.45, Jul.Or.2.54d: [comp] Sup.

βασιλικώτατος καὶ ἄρχειν ἀξιώτατος X.An.1.9.1

, cf. Isoc.2.29;

-ωτάτη χάρις Plu.Alex.21

. Adv.

-κῶς, παρών

as a king, with kingly authority,

X.Cyr.1.4.14

;

β. ἄρχειν Arist.Pol.1259b1

.
2 of or belonging to a king, οἱ β. the king's friends or officers, Plb.8.12.10; ἐγκλήματα β. charges of high-treason, Id.25.3.1; ὀφειλήματα β. debts to the king, ib.3;

β. πρόσοδοι PPetr.3p.56

; γραμματεύς (cf. 11.1) Wilcken Chr.233.2 (ii B.C.), etc.;

γεωργοί PTeb.5.200

(ii B.C.), etc.; ὁδὸς β. the king's highway, LXXNu.20.17, PPetr.3p.65(iii B.C.); μὴ εἶναι β. ἀτραπὸν ἐπὶ γεωμετρίαν no royal road, Euc. ap.Procl.in Euc.p.68F.;

β. νόμος OGI483.1

, Ep.Jac.2.8; αἱ β. βίβλοι the books of Kings, Ph.1.427.
3 choice (cf.

βασίλειος 3

),

μίνδαξ Amphis27

.
4

κάρυα β.

walnuts,

Dsc.1.125

;

καρύαι PSI4.428.65

(iii B.C.).
b β. κύμινον, = ἄμι, Dsc.3.62.
II as Subst.,
1 βασιλικός (sc. γραμματεύς), , official in Egyptian νομοί, POxy.1219.15 (iii A. D.).
b (sc. οἶκος) basilica, CIG2782.25 ([place name] Aphrodisias).
c (sc. ὄρνις) = ἀκαλανθίς, Sch.Ar.Pax1078.
d (sc. ἀστήρ) = βασιλίσκος v, Cat.Cod.Astr.7.201.23.
2 βασιλικὴ στοά hall divided into aisles by columns, IG12(3).326.18 ([place name] Thera), Str.5.3.8 (pl.); β. alone, OGI511.15 ([place name] Aezani), Lat. basilica, Vitr.5.1.4,6.3.9, cf. Plu.Publ.15, Cat.Mi.5, App.BC2.26.
3 βασιλικόν (sc. ταμιεῖον), τό, treasury, εἰς τὸ β. ἀπομετρῆσαι, τελεῖν, PSI4.344.17 (iii B.C.), D.S.2.40, etc.;

ὀφείλειν PRev.Laws5.1

, al.; royal bank, OGI90.29 ([place name] Rosetta), PRein.13.19, al., BGU830.18 (i A. D.).
b (sc. δῶμα) palace, D.C. 60.4.
c (sc. πρόσταγμα) royal decree, LXX Es.1.19.
d (sc. φάρμακον) name for various remedies, = τετραφάρμακον, Gal.12.601; of other compounds, ibid.; a plaster, Id.13.184; an eyesalve, Id.12.782 (also -κός, , a bandage, Id.18(1).777).
e (sc. φυτόν) basil, Ocimum basilicum, Suid.
f βασιλικά, τά, communications received from kings, SIG333.23 ([place name] Samos), 426.26 ([place name] Teos); also, interests or revenues of the crown, PRev.Laws 15.4 (iii B. C.), PTeb.5.256 (ii B. C.), LXX 1 Ma.10.43; prerogatives, ib.15.8.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βασιλικός, -η — βασιλικός, ή και ιά, ό 1. αυτός που αναφέρεται ή ανήκει στο βασιλιά: Τα βασιλικά κτήματα θα περιέλθουν στο δημόσιο. 2. οπαδός του βασιλικού πολιτεύματος: Οι βασιλικοί στην Ελλάδα αποτελούν μειοψηφία. 3. αυτός που απορρέει ή αρμόζει σε βασιλιά:… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Βασιλικός — royal masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλικός — (ocimum basilicum). Φυτό ποώδες, μονοετές, κηπευτικό, πολύ αρωματικό, της οικογένειας των χειλανθών, ύψους 25 60 εκ. Έχει κόμη λίγο ή πολύ διακλαδισμένη, φύλλα ωοειδή, μυτερά, ακέραια ή οδοντωτά, ανώμαλα στην άνω επιφάνεια, πράσινα, έντονα ή… …   Dictionary of Greek

  • βασιλικός — [василикос] ас. царский, королевский …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βασιλικός — [василикос] ουσ. а …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βασιλικός — ο το φυτό «Ώκιμον το βασιλικόν»: Τα γλαστράκια με βασιλικό διώχνουν τα κουνούπια το καλοκαίρι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Βασιλικὸς μόλιβδος οὐ καταδύεται. — См. Казенное добро в воде не тонет, в огне не горит …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Βασιλίκος, Άγγελος — Αγωνιστής του 1821. Πολέμησε στην κεντρική Μακεδονία μαζί με άλλους καπεταναίους, που έφτασαν έως τα περίχωρα της Θεσσαλονίκης. Ο ίδιος έγραψε στις 4 Ιουνίου 1821 στον Εμ. Παπά: «Ιδού με την δύναμιν του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού εκινήθημεν εις… …   Dictionary of Greek

  • Βασιλικός, Βασίλης — (Καβάλα 1934 –). Συγγραφέας. Σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε ως σκηνοθέτης σε ελληνικές ταινίες ντοκιμαντέρ και συνεργάστηκε με τον Νίκο Κούνδουρο στο σενάριο της ταινίας Μικρές Αφροδίτες. Ανέλαβε επίσης… …   Dictionary of Greek

  • Άνω Βασιλικός — Παράλιος οικισμός (υψόμ. 10 μ., 230 κάτ.) της Ζακύνθου. Βρίσκεται στα ανατολικά παράλια του νησιού. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ζακυνθίων του νομού Ζακύνθου …   Dictionary of Greek

  • βασιλικά — βασιλικός royal neut nom/voc/acc pl βασιλικά̱ , βασιλικός royal fem nom/voc/acc dual βασιλικά̱ , βασιλικός royal fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.